Ο Έμπολα με τα μάτια ενός 13χρονου

2014-10-12 15:43

Ο Έμπολα με τα μάτια ενός 13χρονου

Τη σπαρακτική διήγηση ενός 13χρονου παιδιού που ζει καθημερινά με τον Έμπολα να «θερίζει» δίπλα του δημοσιεύει η εφημερίδα Guardian.

Ο Μπιντού Σάνοχ που ζει στη Σιέρα Λεόνε μιλάει για την πείνα, τον θάνατο, τον φόβο του Έμπολα. Μεταφέρει τις φρικτές καθημερινές ιστορίες που βλέπουν τα αθώα μάτια του και εξηγεί πόσο άλλαξε η ζωή της οικογένειάς του μετά την επίθεση του θανατηφόρου ιού.

Διαβάστε την ιστορία του

«Δεν θέλω καν να ακούω τη λέξη Εμπολα. Εχει καταστρέψει την οικογένειά μου και την εκπαίδευσή μου. Η ζωή ήταν δύσκολη, αλλά ΟΚ: ζούσα με τη θεία μου και πολλούς συγγενείς σε ένα μεγάλο χώρο. Πάντα ήμασταν φτωχοί, αλλά υπήρχε ευτυχία. Αλλά τώρα είμαστε τρομοκρατημένοι. Τόσοι πολλοί άνθρωποι, φίλοι και συγγενείς πέθαναν και συνεχίζουν να πεθαίνουν. Και ο αριθμός των ορφανών μεγαλώνει κάθε ημέρα. 

Όταν ο Έμπολα έφτασε στη χώρα μου, δεν ανησυχούσαμε πολύ. Μετά ήρθε η ''ευαισθητοποίηση''- όλοι έτρεχαν και μιλούσαν για τον ιό. Αλλά πολλοί αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι υπήρχε κίνδυνος και προσπάθησαν να κάνουν πολιτική με αυτό. Έγινε εξέγερση στην Κενέμα με το σύνθημα ''Ο Έμπολα δεν είναι αληθινός''.

Μετά, στις αρχές Αυγούστου, η κατάσταση άλλαξε. Η κυβέρνηση απαγόρευσε τις μετακινήσεις από και προς την περιοχή. Αυτό έβλαψε τους πάντες, όχι μόνο εκείνους που είχαν Έμπολα. Είμαστε παγιδευμένοι. Η θεία μου, που έκανε εμπόριο τοπικών προϊόντων, δεν μπορούσε πλέον να ταξιδέψει. Υπήρχαν ακόμη λιγότερα χρήματα στο σπίτι.

Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν ο Έμπολα ήρθε στην κοινότητά μας. Υπήρχε ένας φαρμακοποιός που αρρώστησε, αλλά έλεγε ότι έχει έλκος και δεν πήγε στο νοσοκομείο. Τον πιστεύαμε, γιατί ήταν φαρμακοποιός και μάλλον εμείς δεν ξέραμε καλύτερα από αυτόν. Πολλοί ήρθαν σε επαφή μαζί του. Όταν πέθανε, έπλυναν και ετοίμασαν το σώμα του για την ταφή, όπως είναι το έθιμο. Αλλά μετά, ανακάλυψαν ότι είχε πεθάνει από Έμπολα.

Μέσα σε δύο εβδομάδες, πολλοί από αυτούς που ήρθαν σε επαφή μαζί του αρρώστησαν. Τρεις άνθρωποι πήγαν στο νοσοκομείο. Ο ήχος του ασθενοφόρου μας τρομοκράτησε, ειδικά εμάς τα παιδιά. Ο πανικός απλώθηκε στην κοινότητα. Ο κόσμος πιστεύει ότι όποιος πάει στο νοσοκομείο, πεθαίνει. Τις περισσότερες φορές δεν τους ξαναβλέπουμε.

Μετά, άλλοι 16 αρρώστησαν και βρέθηκαν θετικοί στον Έμπολα, ανάμεσά τους και η θεία μου. Μόνο εκείνη και ένα 14χρονο κορίτσι επέζησαν. Αλλιώς θα ήμουν κι εγώ ένα ορφανό του Έμπολα. Υποθέτω ότι είμαι τυχερός, αλλά είναι δύσκολο να το δεις έτσι.

Η κοινότητά μας μπήκε σε καραντίνα. Κανένας δεν μπορούσε να έρθει ή να φύγει για 21 ημέρες. Μας είχαν περικυκλώσει αστυνομικοί και στρατιώτες. Όσοι προσπαθούσαν να το σκάσουν, τους υποχρέωναν να επιστρέψουν. Η θεία μου ήταν αδύναμη ακόμη, δεν μπορούσε να ψάξει για φαγητό, υποφέραμε από την πείνα. Κανείς δεν μας έφερε φαγητό ή νερό τις δύο πρώτες εβδομάδες του αποκλεισμού. 

Ακόμη και τώρα, με όλα αυτά, ο κόσμος δεν έχει εκπαιδευθεί για τον Έμπολα. Πάνω από 100 παιδιά έχουν μείνει ορφανά, μόνο στην κοινότητά μου. Ποιος θα τα φροντίσει; Πώς θα επιβιώσουν για να επιστρέψουν στο σχολείο; Με γεμίζει ο φόβος όταν οι φίλοι μου που ξέρω ότι δεν πλένουν συχνά τα χέρια τους θέλουν να παίξουν μαζί μου.

Πώς θα πάω πίσω στο σχολείο; Πώς θα βρει χρήματα η θεία μου να στηρίξει την εκπαίδευσή μου; Είναι δύσκολο να εξαρτάσαι από άλλους. Υποφέρουμε. Αν ο Έμπολα δεν μας σκοτώσει, οι δυσκολίες και η πείνα θα μας καταβάλει αν κάποιος δεν μας βοηθήσει.

Εννοείται ότι όσοι αρρωσταίνουν και οι οικογένειές τους υποφέρουν περισσότερο. Είναι απομονωμένοι, στιγματισμένοι, χωρίς βοήθεια. Δεν έχουν φαγητό, καίνε τις περιουσίες τους. Αλλά όλοι στη Σιέρα Λεόνε υποφέρουν από όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχουν δουλειές, χρήματα, φαγητό, σχολεία. Ποιος θα μας βοηθήσει να βγούμε από αυτό το πρόβλημα;».

 

Πηγή: The guardian